Μετάβαση στο περιεχόμενο

plikt

Από Βικιλεξικό

Νορβηγικά (no)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

plikt (no) αρσενικό ή θηλυκό

  1. η αγγαρεία
  2. η υποχρέωση