Μετάβαση στο περιεχόμενο

plimildigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plimildigi < pli + mild(a) + -ig- + -i
ρήμα plimildigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας plimildigas plimildiganta plimildigata
αόριστος plimildigis plimildiginta plimildigita
μέλλοντας plimildigos plimildigonta plimildigota
υποθετική plimildigus - -
προστακτική plimildigu - -

plimildigi (eo)