plow
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| plow | plows |
plow (en) (αμερικανική γραφή)
- το αλέτρι
They harnessed the oxen to the plow and began to plow.’’
- Έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν.
- περικοπή του snowplow
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | plow |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | plows |
| αόριστος | plowed |
| παθητική μετοχή | plowed |
| ενεργητική μετοχή | plowing |
plow (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, αμερικανική γραφή)
- οργώνω
The farmers plowed the fields.
- Οι γεωργοί όργωσαν τα χωράφια.