Μετάβαση στο περιεχόμενο

plow

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
plow plows

plow (en) (αμερικανική γραφή)

  1. το αλέτρι
    παράδειγμα  They harnessed the oxen to the plow and began to plow.’’
    Έζεψαν τα βόδια στο αλέτρι και άρχισαν να οργώνουν.
  2. περικοπή του snowplow
ενεστώτας plow
γ΄ ενικό ενεστώτα plows
αόριστος plowed
παθητική μετοχή plowed
ενεργητική μετοχή plowing

plow (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, αμερικανική γραφή)

  • οργώνω
    παράδειγμα  The farmers plowed the fields.
    Οι γεωργοί όργωσαν τα χωράφια.