pluck

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pluck plucks

pluck (en)

  1. θάρρος, κουράγιο
  2. απότομο τράβηγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας pluck
γ΄ ενικό ενεστώτα plucks
αόριστος plucked
παθητική μετοχή plucked
ενεργητική μετοχή plucking

pluck (en)

  1. αποσπώ κομμάτι
  2. γλιτώνω κάποιον από κάτι
  3. νύσσω, χτυπάω χορδή μουσικού οργάνου
    • δείτε τη λέξη: shred (χτυπάω, κοπανάω χορδή οργάνου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]