pluck

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
pluck plucks

pluck (en)

  1. θάρρος, κουράγιο
  2. απότομο τράβηγμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας pluck
γ΄ ενικό ενεστώτα plucks
αόριστος plucked
παθητική μετοχή plucked
ενεργητική μετοχή plucking

pluck (en)

  1. αποσπώ κομμάτι
  2. γλιτώνω κάποιον από κάτι
  3. νύσσω, χτυπάω χορδή μουσικού οργάνου
    • δείτε τη λέξη shred (χτυπάω, κοπανάω χορδή οργάνου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]