plukovník

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σλοβακικά (sk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

plukovník (sk) αρσενικό

  1. ο συνταγματάρχης



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

plukovník (cs) αρσενικό

  1. ο συνταγματάρχης