plurál

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

plurál (cs) αρσενικό

  1. (γραμματική) ο πληθυντικός