Μετάβαση στο περιεχόμενο

plurale tantum

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plurale tantum < (λόγιο δάνειο) νεολατινική plurale tantum
Παραδείγματα

Plurale tantum: ουσιαστικό χωρίς τύπο στον ενικό, υπάρχει μόνο πληθυντικός

Plurale tantum για συγκεκριμένη σημασία:

  • αγγλικά, ελληνικά: glasses (τα γυαλιά οράσεως) στον πληθυντικό
    αλλά υπάρχει και ο ενικός glass (το γυαλί)

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

plurale tantum (en) ουδέτερο κατά τα λατινικά

  • (γραμματική) «πληθυντικός μόνο»· ουσιαστικό που υπάρχει μόνο στον πληθυντικό αριθμό, είτε σε όλες τις σημασίες, είτε σε κάποια συγκεριμένη σημασία

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Νεολατινικά (la-new)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
plurale tantum <  δείτε  λατινική plurale, ουδέτερο του pluralis & tantum (μόνο)

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

plurale tantum (la) ουδέτερο