Μετάβαση στο περιεχόμενο

pluralia tantum

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος πολυλεκτικού όρου

[επεξεργασία]

pluralia tantum (en) ουδέτερο κατά τα λατινικά



Νεολατινικά (la-new)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος πολυλεκτικού όρου

[επεξεργασία]

pluralia tantum (la) ουδέτερο