pluralia tantum
Εμφάνιση
Διαγλωσσικοί όροι (mul)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος πολυλεκτικού όρου
[επεξεργασία]pluralia tantum (en) ουδέτερο κατά τα λατινικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του plurale tantum
Συλλέγουμε τα pluralia tantum των νέων ελληνικών στην Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό.
Νεολατινικά (la-new)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος πολυλεκτικού όρου
[επεξεργασία]pluralia tantum (la) ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του plurale tantum