pocałunek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pocałunek pocałunki
γενική pocałunku pocałunków
δοτική pocałunkowi pocałunkom
αιτιατική pocałunek pocałunki
οργανική pocałunkiem pocałunkami
τοπική pocałunku pocałunkach
κλητική pocałunku pocałunki

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌpɔ.ʦ̑a.ˈwũ.nɛk/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pocałunek (pl) αρσενικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]