Μετάβαση στο περιεχόμενο

poda

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
poda < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πόδας < αρχαία ελληνική πούς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poda (pòda) αρσενικό ετερογενές

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • poja (ονομαστική πληθυντικού)
  • pòda Vocabolario σελ.370 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 163 (piede [il piede; i piedi), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.