podaż

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

podaż (pl) αρσενικό

  1. (οικονομία) η προσφορά, η διαθέσιμη ποσότητα οικονομικού αγαθού

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]