Μετάβαση στο περιεχόμενο

podea

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]


1η κλίση, θηλυκό παροξύτονο ισοσύλλαβο
πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
podèa
podèe
γενική
podèa
podeò
αιτιατική
podèa
podèe
κλητική
podèa
podèe
1. Εναλλακτικός τύπος (Καλαβρία)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
podea < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ποδέα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

podea (podèa) θηλυκό