podróżować

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˌpɔdruˈʒɔvaʨ̑/
podróżować 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

podróżować (pl)

  1. ταξιδεύω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: podróż