poigne

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

poigne < θηλυκή μορφή του poing

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
poigne poignes

poigne (fr) θηλυκό

  1. η δύναμη της γροθιάς
  2. (κατ’ επέκταση) το χέρι, η πυγμή
  3. (μεταφορικά) η πυγμή, η έντονη προσωπικότητα