poirée

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
poirée poirées

poirée (fr) θηλυκό

  1. (βοτανική) φυτό που δίνει ένα είδος σπανακιού

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]