poitrinaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

poitrinaire < poitrine

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
poitrinaire poitrinaires

poitrinaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό