poke

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. σκουντώ
  2. poke someone: απαυτώνω, τον καφώνω, τον μπήγω, τον χώνω, γαμ ώ-γαμ άω, πηδώ-πηδάω, συνουσιάζομαι ενεργητικά
  3. poke someone: βάζω-χώνω-μπήγω δάχτυλο σε αιδοίο ή πρωκτό
  4. poke something: πειράζω κάτι κουνώντας ή σκουντώντας το