pokusa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

pokusa < από το ρήμα pokusić

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pokusa (pl) θηλυκό