polir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.liʁ/
ήχος 

Ρήμα[επεξεργασία]

polir (fr)

  1. (μεταβατικό) γυαλίζω (μέταλλο, πέτρα)
  2. (μεταφορικά) τελειοποιώ κάτι