polish
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| polish | polishes |
polish (en)
- το γυάλισμα
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | polish |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | polishes |
| αόριστος | polished |
| παθητική μετοχή | polished |
| ενεργητική μετοχή | polishing |
polish (en)