Μετάβαση στο περιεχόμενο

polish

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Polish

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
polish polishes

polish (en)

ενεστώτας polish
γ΄ ενικό ενεστώτα polishes
αόριστος polished
παθητική μετοχή polished
ενεργητική μετοχή polishing

polish (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]