Μετάβαση στο περιεχόμενο

politeness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
politeness < polite + -ness

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

politeness (en) (μη μετρήσιμο)

  • η ευγένεια, η ευγενική συμπεριφορά
    παράδειγμα  Even the most difficult customer was satisfied with the politeness and willingness of the employees.
    Και ο πιο δύσκολος πελάτης έμενε ικανοποιημένος με την ευγένεια και την προθυμία των υπαλλήλων.