polyvalent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

polyvalent < poly- + λατινική valens

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό polyvalent polyvalents
θηλυκό polyvalente polyvalentes

polyvalent (fr)

  1. που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολλά πράγματα, που είναι πολλαπλών χρήσεων
    salle polyvalente - αίθουσα πολλαπλών χρήσεων
  2. πολυτάλαντος, πολύπλευρος
    employé polyvalent - πολύπλευρος / πολυτάλαντος υπάλληλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]