pomarańczowy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

pomarańczowy 

Επίθετο[επεξεργασία]

pomarańczowy (pl)

  1. αυτός που έχει χρώμα πορτοκαλί
  2. αυτός που είναι φτιαγμένος από πορτοκάλι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]