poop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| poop | poops |
poop (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | poop |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | poops |
| αόριστος | pooped |
| παθητική μετοχή | pooped |
| ενεργητική μετοχή | pooping |