Μετάβαση στο περιεχόμενο

poop

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
poop poops

poop (en)

  1. η πρύμνη
     συνώνυμα: poop deck
    συγκρίνετε με το: stern
  2. (ανεπίσημο) η κακά
     συνώνυμα: poo
ενεστώτας poop
γ΄ ενικό ενεστώτα poops
αόριστος pooped
παθητική μετοχή pooped
ενεργητική μετοχή pooping

poop (en) (ανεπίσημο)

  • κάνω κακά, τα κάνω, αφοδεύω
    παράδειγμα  The dog pooped here.
    Ο σκύλος έκανε κακά/τα έκανε εδώ.