popolare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
popolare popolari

popolare (it)

  1. δημοφιλής στον λαό, ένας ηθοποιός δημοφιλής, ένας τραγουδιστής δημοφιλής.
  2. πληθυντικός οι χαμηλές - φτηνές τιμές

Αντώνυμα[επεξεργασία]