Μετάβαση στο περιεχόμενο

porno

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
porno < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πωρνόν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

porno (pornò)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

porno (fr) αρσενικό άκλιτο