porno
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- porno < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πωρνόν
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]porno (pornò)
Πηγές
[επεξεργασία]- pornò Vocabolario σελ.372 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]porno (fr) αρσενικό άκλιτο
- το πορνό, η τσόντα, η πορνοταινία, το πορνοφίλμ