Μετάβαση στο περιεχόμενο

pornocratie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pornocratie pornocraties

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pornocratie (fr) θηλυκό