portable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

portable (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
portable portables

portable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. φορητός
    συνώνυμα: [[portatif}}, transportable

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
portable portables

portable (fr) αρσενικό

  1. το κινητό τηλέφωνο
    συνώνυμα: mobile

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: porter