posterior

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία en[επεξεργασία]

πρώιμος 16ος αιώνας: posterior (στον πληθυντικό σημαίνει απόγονοι-επίγονοι) < λατινικά, συγκριτικό του posterus ‘έπεται-ακολουθεί’ < post ‘μετά’

Προφορά[επεξεργασία]

/pɒˈstɪərɪə/

Επίθετο[επεξεργασία]

posterior

  1. οπίσθιος, που βρίσκεται πίσω, πισινός, ο από πίσω
  2. κατοπινός-ύστερος χρονικά ή τοπολογικά, ο επόμενος προς τα πίσω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

posterior