Μετάβαση στο περιεχόμενο

posteriori

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

posteriori (fr)

  • μόνο στην έκφραση a posteriori ((παραδοσιακή ορθογραφία)) ή à posteriori ((ορθογραφία του 1990))