Μετάβαση στο περιεχόμενο

posting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
posting postings

posting (en)

  • η καταχώρηση, ένα δημοσίευμα, συχνά στο ίντερνετ· ένα κείμενο που αποτελεί μέρος ενός μπλογκ
    παράδειγμα  There was a 20% increase in the number of remote job postings in 2024 compared to 2023.
    Έγινε αύξηση 20% στον αριθμό των καταχωρήσεων θέσεων εργασίας εξ αποστάσεως το 2024 σε σύγκριση με το 2023.

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

posting (en)