Μετάβαση στο περιεχόμενο

potensiomètre

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
potensiomètre < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
potensiomètre potensiomètres

potensiomètre (fr) αρσενικό