Μετάβαση στο περιεχόμενο

potentat

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
potentat potentats

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

potentat (fr) αρσενικό