potis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

potis < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *pótis (=κύριος, ιδιοκτήτης, σύζυγος). Συγγενές με το (αρχαία ελληνική ) πόσις και το (σανσκριτικά) पति (páti).

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

potis (potis, potis, pote) (άκλιτο) Συγκριτικός: potior. Υπερθετικός: potissimus