potop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɔtɔp/
potop 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

potop (pl) αρσενικό