pouls

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pouls 

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pouls pouls

pouls (fr) αρσενικό

  1. ο σφυγμός
  2. (κατ’ επέκταση) το μέρος όπου βρίσκουμε το σφυγμό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: pulsation