powód

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɔvut/
powód 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

powód (pl) αρσενικό