précaire

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

ενικός πληθυντικός
précaire précaires

précaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αβέβαιος, του οποίου το μέλλον δεν είναι σίγουρο

Συγγενικές λέξεις[edit]