présentiel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό présentiel présentiels
θηλυκό présentielle présentielles

présentiel (fr)

  1. που γίνεται επιτόπου (όχι από απόσταση)
    cours en présentiel - μάθημα που γίνεται σε μια αίθουσα (σε αντίθεση με μάθημα με αλληλογραφία)