Μετάβαση στο περιεχόμενο

praesum

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
praesum < prae + sum

praesum (la)

  1. παρίσταμαι, είμαι παρών
  2. προΐσταμαι