pratiquant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

pratiquant < pratiquer

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό pratiquant pratiquants
θηλυκό pratiquante pratiquantes

pratiquant (fr)

  1. (θρησκεία) που ασκεί τη θρησκεία του στην καθημερινή ζωή

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

pratiquant (fr)