precede
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | precede |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | precedes |
| αόριστος | preceded |
| παθητική μετοχή | preceded |
| ενεργητική μετοχή | preceding |
Ρήμα
[επεξεργασία]precede (en)
- προηγούμαι
Which symptoms precede the disease?
- Ποια συμπτώματα προηγούνται της ασθένειας;