precious

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

precious < (κληρονομημένο) μέση αγγλική precious < παλαιά γαλλική precios < λατινική pretiosus < pretium

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɹɛʃəs/ (βρετανικό)
Audio (ΗΠΑ) 

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός precious
συγκριτικός more precious
υπερθετικός most precious

precious (en)

  1. πολύτιμος
    Gold is a precious metal. - Ο χρυσός είναι πολύτιμο μέταλλο.
  2. ακριβός (ως έκφραση αγάπης και τρυφερότητας)

Πηγές[επεξεργασία]

  • precious - The American Heritage Dictionary of the English Language online. Houghton Mifflin Harcourt.
  • precious - Cambridge Dictionary online
  • precious - Dictionary.com. Λήμματα από διάφορα λεξικά για την αγγλική γλώσσα. © 2019 Dictionary.com, LLC
  • precious - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
  • precious - Merriam–Webster Online Dictionary (μονόγλωσσο λεξικό, αγγλικά, από το 1828)