Μετάβαση στο περιεχόμενο

preconceived

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

preconceived (en)

  • για γνώμη που αποτελεί προϊόν προκατάληψης σχηματισμένης πριν από μελέτη και εξέταση αντικειμένου