Μετάβαση στο περιεχόμενο

prefer

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας prefer
γ΄ ενικό ενεστώτα prefers
αόριστος preferred
παθητική μετοχή preferred
ενεργητική μετοχή preferring

prefer (en)

  • προτιμάω
    παράδειγμα  I prefer ouzo to whiskey.
    Προτιμώ το ούζο από το ουίσκι.
    παράδειγμα  He preferred to resign rather than give in to their blackmail.
    Προτίμησε να παραιτηθεί παρά να ενδώσει στους εκβιασμούς τους.