prefer
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | prefer |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | prefers |
| αόριστος | preferred |
| παθητική μετοχή | preferred |
| ενεργητική μετοχή | preferring |
Ρήμα
[επεξεργασία]prefer (en)
- προτιμάω
I prefer ouzo to whiskey.
- Προτιμώ το ούζο από το ουίσκι.
He preferred to resign rather than give in to their blackmail.
- Προτίμησε να παραιτηθεί παρά να ενδώσει στους εκβιασμούς τους.