preferential
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | preferential |
| συγκριτικός | more preferential |
| υπερθετικός | most preferential |
Επίθετο
[επεξεργασία]preferential (en)
- προνομιακός, προτιμησιακός
Why does she always get preferential treatment?
- Γιατί πάντα της δίνουν προνομιακή μεταχείριση;