premo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

premo < prem + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική premo premoj
αιτιατική premon premojn

premo (eo)

  1. η πίεση
    la opoziciaj partioj kreskigis sian premon al la registaro
    τα κόμματα της αντιπολίτευσης αύξησαν την πίεσή τους πάνω στην κυβέρνηση
  2. η καταπίεση