Μετάβαση στο περιεχόμενο

preparedness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
preparedness preparednesses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

preparedness (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]