preponderance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

preponderance (en)

  1. υπεροχή, κυριαρχία
    Israeli military preponderance continues to be advanced against antagonistic Arab states[1]
  2. το μεγαλύτερο μέρος, η πλειονότητα
    the preponderance of evidence indicates that the defendant is guilty

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Balance of Power: Theory and Practice in the 21st Century, σελ. 316