prescripteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό prescripteur prescripteurs
θηλυκό prescriptrice prescriptrices

prescripteur (fr)

  1. αυτός που δίνει μια οδηγία, μια συνταγή, μια εντολή, κ.α.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]